Η τετρακίνηση αποτελεί διαχρονικά συνώνυμο της πρόσφυσης, της ασφάλειας και των εκτός δρόμου ικανοτήτων ενός μοντέλου. Ωστόσο, η μετάβαση από τα οχήματα με κινητήρα εσωτερικής καύσης στα αμιγώς ηλεκτρικά, δεν άλλαξε μόνο την πηγή ενέργειας, αλλά επαναπροσδιόρισε και την ίδια τη φιλοσοφία με την οποία η ισχύς φτάνει στους τέσσερις τροχούς.
Στα συμβατικά, θερμικά μοντέλα, η τετρακίνηση βασίζεται σε ένα σύστημα μηχανικών συνδέσεων. Ο κινητήρας μεταδίδει την κίνηση μέσω κιβωτίου ταχυτήτων, κεντρικού διαφορικού και αξόνων μετάδοσης εμπρός και πίσω.

Στα παραδοσιακά συστήματα 4WD, όπως εφαρμόζονται επί δεκαετίες στα εκτός δρόμου οχήματα, η εμπλοκή της τετρακίνησης γίνεται χειροκίνητα, συχνά μάλιστα με επιλογή κοντών σχέσεων για αυξημένη ροπή σε δύσβατα εδάφη στα πιο σκληροπυρηνικά μοντέλα της κατηγορίας.
Αντίθετα, τα συστήματα AWD που λειτουργούν αυτόματα, η ροπή κατανέμεται μεταξύ των αξόνων ανάλογα με την πρόσφυση, μέσω πολύδισκων συμπλεκτών ή ηλεκτρονικά ελεγχόμενων διαφορικών. Παρότι η τεχνολογία εξελίχθηκε σημαντικά, η βασική αρχή παραμένει η ίδια, με την ισχύ να μεταφέρεται μηχανικά από έναν κεντρικό κινητήρα σε όλους τους τροχούς.
Ηλεκτρική τετρακίνηση
Η εικόνα αυτή αλλάζει ριζικά στα ηλεκτρικά οχήματα. Σε πολλά σύγχρονα μοντέλα, η τετρακίνηση επιτυγχάνεται με τη χρήση δύο ανεξάρτητων ηλεκτροκινητήρων, ενός σε κάθε άξονα. Δεν απαιτείται κεντρικός άξονας μετάδοσης, ούτε μηχανικό διαφορικό που να μοιράζει τη ροπή μπροστά και πίσω.

Η κατανομή της ισχύος γίνεται ηλεκτρονικά και σε πραγματικό χρόνο, μέσω λογισμικού που ελέγχει άμεσα την απόδοση κάθε κινητήρα. Σε πιο εξελιγμένες μορφές, η τεχνολογία φτάνει ακόμη και σε επίπεδο ξεχωριστού ελέγχου ανά τροχό, δημιουργώντας αυτό που αποκαλείται torque vectoring με καθαρά ηλεκτρικό τρόπο.
Το πλεονέκτημα της ηλεκτρικής τετρακίνησης έγκειται πρωτίστως στην αμεσότητα. Οι ηλεκτροκινητήρες αποδίδουν τη μέγιστη ροπή από μηδενικές στροφές, επιτρέποντας εξαιρετικά γρήγορη αντίδραση σε ενδεχόμενη απώλεια πρόσφυσης.
Το σύστημα δεν χρειάζεται να "περιμένει" την ενεργοποίηση συμπλέκτη ή τη μηχανική μεταφορά ροπής, όπως συμβαίνει σε ορισμένα θερμικά AWD. Παράλληλα, η απουσία πολλών μηχανικών μερών μειώνει τις τριβές και, θεωρητικά, το κόστος συντήρησης.
Προβάδισμα κλασικών 4WD σε ακραίες συνθήκες
Από την άλλη πλευρά, τα παραδοσιακά μηχανικά συστήματα διατηρούν ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε ακραίες εκτός δρόμου συνθήκες, όπου η απλότητα και η ανθεκτικότητα της καθαρά μηχανικής εμπλοκής, παραμένουν βασικά ζητούμενα.

Οχήματα με κλασικό σύστημα 4WD και υποπολλαπλασιασμό σχέσεων, εξακολουθούν να θεωρούνται σημείο αναφοράς για βαριά χρήση, καθώς η λειτουργία τους δεν εξαρτάται σε τόσο μεγάλο βαθμό από κάποιο λογισμικό ή ηλεκτρονικά ισχύος.
Η ουσιαστική διαφορά, λοιπόν, δεν περιορίζεται στον αριθμό των κινητήρων, αλλά στην ίδια την αρχιτεκτονική. Στα θερμικά μοντέλα, η τετρακίνηση είναι αποτέλεσμα μηχανικής διασύνδεσης. Στα ηλεκτρικά, είναι προϊόν ψηφιακού ελέγχου και ανεξάρτητης διαχείρισης ροπής.
Η μία τεχνολογία εξελίχθηκε επί δεκαετίες μέσα από γρανάζια και διαφορικά, ενώ η άλλη βασίζεται σε αλγόριθμους και ηλεκτρονικά ισχύος.
Ποια εκδοχή είναι καλύτερη
Το βασικό ερώτημα βέβαια είναι ποια από τις δύο εκδοχές είναι η καλύτερη. Η απάντηση βρίσκεται στην φιλοσοφία που ταιριάζει καλύτερα στις απαιτήσεις του οδηγού.

Στην άσφαλτο, η ηλεκτρική τετρακίνηση έχει αντικειμενικά πλεονεκτήματα. Η ύπαρξη δύο ανεξάρτητων ηλεκτροκινητήρων επιτρέπει άμεση και εξαιρετικά ακριβή κατανομή ροπής μεταξύ εμπρός και πίσω άξονα.
Η μέγιστη ροπή αποδίδεται άμεσα, γεγονός που μεταφράζεται σε ταχύτερη αντίδραση σε απώλεια πρόσφυσης και καλύτερη σταθερότητα σε βρεγμένο ή ολισθηρό οδόστρωμα.
Η διαχείριση γίνεται ηλεκτρονικά, χωρίς μηχανικές καθυστερήσεις από συμπλέκτες ή κεντρικά διαφορικά. Στην άσφαλτο, όπου προέχει η δυναμική συμπεριφορά, η ευστάθεια και η επιτάχυνση, μπορεί να υποστηρίξει κανείς σε γενικές γραμμές ότι η ηλεκτρική αρχιτεκτονική υπερτερεί.

Εκτός δρόμου, όμως, η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά. Παραδοσιακά συστήματα 4WD με μηχανικό κλείδωμα διαφορικών και κοντές σχέσεις, όπως αυτά που συναντά κανείς σε οχήματα τύπου Toyota Land Cruiser, προσφέρουν ανθεκτικότητα και σταθερή μετάδοση ροπής υπό παρατεταμένη καταπόνηση.
Σε συνθήκες λάσπης, άμμου, βραχώδους εδάφους ή ρυμούλκησης σε χαμηλές ταχύτητες, η μηχανική εμπλοκή και ο υποπολλαπλασιασμός σχέσεων επιτρέπουν ελεγχόμενη, συνεχόμενη παροχή ισχύος χωρίς θερμικούς περιορισμούς μπαταρίας ή ηλεκτρονικών ισχύος.
Η απλότητα της μηχανικής τετρακίνησης παραμένει πλεονέκτημα σε ακραία περιβάλλοντα. Επιπλέον, το βάρος όπου τα ηλεκτρικά υστερούν έναντι των θερμικών, παίζει ρόλο στην συμπεριφορά ενός μοντέλου εκτός δρόμου.



