Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, δεν απασχόλησε κατά καιρούς τη διεθνή επικαιρότητα μόνο για τον πολιτικό του ρόλο στην Ισλαμική Δημοκρατία. Στο παρελθόν είχαν δημοσιευθεί αναφορές που τον συνέδεαν με ένα εκτεταμένο επιχειρηματικό δίκτυο, το οποίο φέρεται να δραστηριοποιούνταν σε πολλούς τομείς της οικονομίας — ακόμη και στον χώρο των πολυτελών αυτοκινήτων.
Σύμφωνα με τότε δημοσιεύματα, μια επενδυτική εταιρεία που συνδεόταν με το γραφείο του Χαμενεΐ κατηγορήθηκε ότι απέκτησε, υπό πίεση, τον έλεγχο μιας ιρανικής εταιρείας που αποτελούσε τον μεγαλύτερο διανομέα γερμανικών αυτοκινήτων στη χώρα.
Ο Αλί Νουριγιανί, διευθύνων σύμβουλος της Nouriyani Enterprises — μιας επιχείρησης που για χρόνια λειτουργούσε ως βασικός εμπορικός συνεργάτης του Ιράν με τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία και τον κλάδο εκτυπώσεων — είχε δηλώσει τότε στο ιρανικό πρακτορείο Fararu ότι δέχθηκε πιέσεις να μεταβιβάσει το μερίδιό του σε φιλανθρωπικό ίδρυμα που λειτουργούσε υπό την εποπτεία του ανώτατου ηγέτη.
Όπως ανέφερε, εκπρόσωποι του θρησκευτικού ιδρύματος Shah Abdol Azim τον προσέγγισαν με πρόταση εξαγοράς των μετοχών του, υποστηρίζοντας ότι επιθυμούσαν να συνεργαστούν με την εταιρεία του. Ο ίδιος εξήγησε ότι αρχικά αποδέχθηκε τη συνεργασία, καθώς θεωρούσε ότι συνέβαλλε σε φιλανθρωπικό έργο. Με τον χρόνο όμως, όπως υποστήριξε, το ίδρυμα ανέλαβε σταδιακά τον έλεγχο των δραστηριοτήτων και εκείνος παραχώρησε ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό μετοχών, προκειμένου — όπως του είχε ειπωθεί — να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά η αντιπροσωπεία αυτοκινήτων BMW στο Ιράν.
Η υπόθεση αποδείχθηκε ακόμη πιο περίπλοκη. Δημοσίευμα της βρετανικής Telegraph ανέφερε τότε ότι η Rey Investment Co., εταιρεία συμμετοχών που συνδεόταν με το συγκεκριμένο φιλανθρωπικό ίδρυμα, παρουσίαζε τον εαυτό της ως τον "αποκλειστικό εκπρόσωπο της BMW στο Ιράν".
Η ίδια εταιρεία φερόταν να διαθέτει συμμετοχές σε πολλούς ακόμη τομείς της οικονομίας, όπως πετρέλαιο, φυσικό αέριο, τρόφιμα, κατασκευές, ασφάλειες και μεταφορές.
Επικεφαλής της Rey ήταν ο Μοχαμάντ Ρεϊσαχρί, πρώην υπουργός Πληροφοριών του Ιράν, ο οποίος είχε τοποθετηθεί απευθείας από τον Χαμενεΐ. Σύμφωνα με ορισμένες αναφορές της εποχής, η τοποθέτησή του συνδεόταν με τον ρόλο που είχε διαδραματίσει στις πολιτικές εξελίξεις της δεκαετίας του 1980 και ειδικότερα στην απομάκρυνση του Αγιατολάχ Χοσεΐν Αλί Μονταζερί από τη διαδοχή του Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί.
Στο διοικητικό σχήμα της Rey συμμετείχε επίσης ο Μοχαμάντ Σαριατμαντάρι, στενός συνεργάτης του Χαμενεΐ και σύμβουλός του σε θέματα διεθνών επενδύσεων.
Οι επιχειρήσεις του ομίλου Nouriyani είχαν βρεθεί αρκετές φορές στο στόχαστρο ισχυρών θρησκευτικών κύκλων από την περίοδο της Ιρανικής Επανάστασης του 1979, με αναφορές για προσπάθειες δήμευσης περιουσιακών στοιχείων.
Την ίδια περίοδο, διάφορα διεθνή μέσα υποστήριζαν ότι, παρά τη δημόσια εικόνα λιτής ζωής που καλλιεργούσε ο Χαμενεΐ, υπήρχαν ισχυρισμοί πως αποκόμιζε σημαντικά έσοδα από κλάδους όπως η αμυντική βιομηχανία και η ενέργεια. Εκτιμήσεις που κυκλοφορούσαν τότε ανέφεραν ότι η πραγματική περιουσία του θα μπορούσε να φτάνει σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια.
Γιατί όμως μια αντιπροσωπεία BMW;
Ο Σαΐντ Γασσεμινεντζάντ, εκπρόσωπος της Iranian Liberal Students and Graduates Association στις Ηνωμένες Πολιτείες, είχε γράψει τότε ότι τα αυτοκίνητα BMW και Mercedes-Benz θεωρούνται στο Ιράν σύμβολα πλούτου και κοινωνικού κύρους.
Κατά τον ίδιο, το οικονομικό δίκτυο που συνδεόταν με τον Χαμενεΐ λειτουργούσε μέσω συνεργατών και ενδιάμεσων σχημάτων, σχηματίζοντας έναν ευρύ επιχειρηματικό όμιλο που — όπως υποστήριζε — δεν υπόκειτο σε φορολόγηση και λειτουργούσε ουσιαστικά εκτός κρατικού ελέγχου.
Ο ίδιος ισχυριζόταν επίσης ότι, την ώρα που μεγάλο μέρος της ιρανικής κοινωνίας αντιμετώπιζε έντονες οικονομικές πιέσεις, πολυτελή αυτοκίνητα κατέληγαν σε μέλη της πολιτικής και στρατιωτικής ελίτ της χώρας, αποφέροντας παράλληλα σημαντικά έσοδα σε κύκλους γύρω από την εξουσία.
Ενδιαφέρον είχε και η σύγκριση που γινόταν τότε με τον πρώην πρόεδρο του Ιράν, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. Παρά τις πολιτικές εντάσεις που είχε κατά περιόδους με τον ανώτατο ηγέτη, η περιουσία του εκτιμάτο σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα — περίπου 5 εκατομμύρια δολάρια σύμφωνα με εκτιμήσεις της εποχής.
Η υπόθεση αυτή είχε τροφοδοτήσει τότε έντονη συζήτηση γύρω από τον πραγματικό ρόλο των θρησκευτικών ιδρυμάτων στην οικονομία του Ιράν και την επιρροή που ασκούν σε στρατηγικούς επιχειρηματικούς τομείς. Στο ιρανικό σύστημα εξουσίας, άλλωστε, τα δίκτυα αυτά αποτελούν εδώ και δεκαετίες έναν παράλληλο μηχανισμό οικονομικής ισχύος, ο οποίος συχνά παραμένει αδιαφανής προς το ευρύ κοινό.
Με πληροφορίες από alarabiya.net
