Το 2026 συμπληρώνονται 40 χρόνια από την παρουσίαση του Citroen BX GTi, ενός από τα πιο χαρακτηριστικά γαλλικά sport sedan της δεκαετίας του ’80. Με 125 ίππους, βάρος μόλις 1.025 κιλά και την περίφημη υδροπνευματική ανάρτηση της Citroen, το BX GTi κατάφερε να γίνει ένα σημείο αναφοράς όσον αφορά τον συνδυασμό επιδόσεων και άνεσης.

Η ιστορία του, βέβαια, ξεκινά από το ίδιο το BX. Το μοντέλο παρουσιάστηκε το 1982, αρχικά στους πρόποδες του Πύργου του Άιφελ και στη συνέχεια στο Σαλόνι Αυτοκινήτου του Παρισιού τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς.
Σχεδιασμένο από τον Bertone υπό την επίβλεψη του Marcello Gandini, το BX εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες στην ιστορία της Citroen, με περισσότερα από 2,3 εκατομμύρια αυτοκίνητα να κατασκευάζονται μέχρι το 1994. Μέσα σε αυτή την ιδιαίτερα επιτυχημένη γκάμα ήρθε τον Ιούλιο του 1986 το BX GTi, ως αποτέλεσμα της σημαντικής ανανέωσης του μοντέλου.
Από το BX Sport στο BX GTi
Το BX GTi αντικατέστησε τα BX 19 GT και BX Sport, έχοντας έναν πιο ξεκάθαρο προσανατολισμό προς την καθημερινή χρήση. Στόχος της Citroen ήταν να δημιουργήσει ένα αυτοκίνητο που θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στα ισχυρά sport sedan της εποχής, αλλά ταυτόχρονα να διατηρεί τον χαρακτήρα ενός άνετου οικογενειακού μοντέλου.
Ο σχεδιαστής Carl Olsen, ο οποίος είχε επίσης εργαστεί στα AX και CX Series 2, ανέλαβε να δώσει στο ανανεωμένο BX μια πιο δυναμική εικόνα. Τα φαρδύτερα φτερά εμπρός και πίσω, οι πιο έντονα σχεδιασμένοι προφυλακτήρες, τα λευκά φλας και η χαρακτηριστική πίσω αεροτομή διαφοροποιούσαν το GTi από τις πιο συμβατικές εκδόσεις.
Τα εμπρός φώτα ομίχλης προέρχονταν από το BX Sport, ενώ ειδικά τάσια και ελαστικά συμπλήρωναν την εμφάνιση. Τα διακριτικά λογότυπα "GTi" στα πίσω παράθυρα και στην πόρτα του χώρου αποσκευών ήταν αρκετά για να δηλώσουν ότι το συγκεκριμένο BX δεν ήταν ένα συνηθισμένο οικογενειακό αυτοκίνητο.

Η Citroen φρόντισε μάλιστα να βελτιώσει και την προστασία του αμαξώματος, εφαρμόζοντας γαλβανική προστασία για την αντιμετώπιση της διάβρωσης.
125 ίπποι και σχεδόν 200 km/h
Κάτω από το καπό του BX GTi βρισκόταν ένας τετρακύλινδρος κινητήρας 1,9 λίτρων με οκτώ βαλβίδες και ηλεκτρονικό ψεκασμό. Η ισχύς έφτανε τους 125 ίππους, ενώ η μέγιστη ροπή των 175 Nm ήταν διαθέσιμη στις 4.500 σ.α.λ.
Οι αριθμοί αποκτούν ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν υπολογιστεί το βάρος του αυτοκινήτου. Το BX GTi ζύγιζε μόλις 1.025 κιλά, με αποτέλεσμα η αναλογία ισχύος προς βάρος να διαμορφώνεται στα 8,2 kg/ίππο.
Για τα δεδομένα της εποχής, ήταν μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική αναλογία και ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους το BX GTi μπορούσε να κινηθεί τόσο γρήγορα.
Η τελική ταχύτητα πλησίαζε τα 200 km/h, ενώ το αυτοκίνητο μπορούσε να καλύψει το πρώτο χιλιόμετρο από στάση σε 30,5 δευτερόλεπτα. Και όλα αυτά σε ένα αυτοκίνητο που εξακολουθούσε να προσφέρει χώρους, πρακτικότητα και άνεση για καθημερινή χρήση.
Η υδροπνευματική ανάρτηση παρέμενε στο επίκεντρο
Εδώ βρίσκεται ίσως και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του BX GTi. Σε αντίθεση με αρκετά sport μοντέλα της εποχής που θυσίαζαν μεγάλο μέρος της άνεσης για να αποκτήσουν πιο σπορ συμπεριφορά, η Citroen δεν εγκατέλειψε την υδροπνευματική ανάρτηση που αποτελούσε σήμα κατατεθέν της.

Φυσικά, η ρύθμιση της ανάρτησης ήταν πιο σφιχτή σε σχέση με τις απλές εκδόσεις του BX, ώστε να ανταποκρίνεται στις αυξημένες δυνατότητες του GTi. Παρ' όλα αυτά, η βασική φιλοσοφία παρέμενε ίδια: αποτελεσματική απορρόφηση των ανωμαλιών του δρόμου και σταθερότητα ακόμη και σε υψηλές ταχύτητες. Τέσσερα δισκόφρενα, υδραυλική υποβοήθηση του τιμονιού και, ως επιλογή, σύστημα ABS ολοκλήρωναν το πακέτο.
Αυτό δείχνει πως το BX GTi δεν προσπάθησε να γίνει ένα σκληροπυρηνικό σπορ αυτοκίνητο. Η Citroen επέλεξε έναν διαφορετικό δρόμο, προσπαθώντας να δημιουργήσει ένα αυτοκίνητο που θα μπορούσε να είναι γρήγορο όταν ο οδηγός το ζητούσε, αλλά και ξεκούραστο στις καθημερινές μετακινήσεις.
Εξοπλισμός που σήμερα θεωρείται αυτονόητος
Το εσωτερικό του BX GTi ήταν επίσης αρκετά πλούσιο για τα δεδομένα της δεκαετίας του ’80. Τα καθίσματα ήταν επενδεδυμένα με βελούδο και διέθεταν ρύθμιση ύψους, ενώ υπήρχε ηλεκτρικός καθρέφτης συνοδηγού, κεντρικό κλείδωμα και ένας χαρακτηριστικός πίνακας οργάνων με έξι αναλογικά όργανα.
Υπήρχε ακόμη ένδειξη για ανοιχτή πόρτα και προεγκατάσταση για ραδιόφωνο. Στον κατάλογο των προαιρετικών στοιχείων μπορούσε κανείς να βρει δερμάτινα καθίσματα, ηλεκτρική ηλιοροφή, υπολογιστή ταξιδιού, ζάντες αλουμινίου, κλιματισμό και σύστημα Hi-Fi. Για ένα sport sedan της εποχής, ο συνδυασμός επιδόσεων, εξοπλισμού και άνεσης ήταν ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα του BX GTi.
Το 1987 ήρθε το BX GTi 16V
Η Citroen, ωστόσο, δεν σταμάτησε στους 125 ίππους. Μόλις έναν χρόνο αργότερα, το 1987, η γκάμα απέκτησε το BX GTi 16V, το οποίο ανέβασε σημαντικά τον πήχη.

Ο νέος τετρακύλινδρος κινητήρας XU9J4 των 1.905 κ.εκ. διέθετε τέσσερις βαλβίδες ανά κύλινδρο και απέδιδε 160 ίππους στις 6.500 σ.α.λ. Η τελική ταχύτητα έφτανε πλέον τα 218 km/h, ενώ για την επιτάχυνση από 0 έως 100 km/h χρειάζονταν μόλις 7,9 δευτερόλεπτα.
Το ABS έγινε στάνταρ εξοπλισμός και η εμφάνιση έγινε ακόμη πιο επιθετική, με προφυλακτήρες στο χρώμα του αμαξώματος με μαύρη λωρίδα, πλευρικά μαρσπιέ και ζάντες αλουμινίου με ελαστικά υψηλών επιδόσεων της Michelin.
Η ανάρτηση αναθεωρήθηκε επίσης ώστε να μπορεί να διαχειριστεί τις αυξημένες επιδόσεις, ενώ στο εσωτερικό κυριαρχούσε το μαύρο χρώμα, με πιο "αγωνιστικά" καθίσματα και τιμόνι τριών ακτίνων.
Η συγκεκριμένη έκδοση είχε ιδιαίτερη σημασία για τη γαλλική αυτοκινητοβιομηχανία, καθώς το BX GTi 16V έγινε το πρώτο γαλλικό αυτοκίνητο μαζικής παραγωγής με πολυβάλβιδο κινητήρα.
Και μετά ήρθε το BX GTi 4x4
Η ιστορία του BX GTi δεν τελείωσε ούτε με την άφιξη της έκδοσης 16V. Το 1989 παρουσιάστηκε το BX GTi 4x4, βασισμένο στην οκταβάλβιδη έκδοση.

Η μόνιμη τετρακίνηση έδινε στο αυτοκίνητο έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Η μετάδοση χρησιμοποιούσε κεντρικό διαφορικό και πίσω διαφορικό περιορισμένης ολίσθησης, ενώ η κατανομή της ροπής ήταν 53% εμπρός και 47% πίσω.
Σε δύσκολες συνθήκες, ο οδηγός μπορούσε μέσω ηλεκτρικού συστήματος να κλειδώσει το κεντρικό διαφορικό, βελτιώνοντας την πρόσφυση. Έτσι, το BX GTi 4x4 μπορούσε να κινηθεί αποτελεσματικά όχι μόνο στην άσφαλτο αλλά και σε δρόμους όπου ένα τυπικό sport sedan θα δυσκολευόταν σημαντικά.
Το τέλος ήρθε το 1993
Το BX GTi συνέχισε να εξελίσσεται μέχρι τα τελευταία χρόνια της παραγωγής του. Από το 1990 προσαρμόστηκε ώστε να λειτουργεί με αμόλυβδη βενζίνη υψηλών οκτανίων, με την ισχύ να περιορίζεται στους 123 ίππους, χωρίς ουσιαστικές επιπτώσεις στις επιδόσεις και στην κατανάλωση.
Τον Ιούλιο του 1991 οι ζάντες αλουμινίου και το σπορ τιμόνι τριών ακτίνων έγιναν στάνταρ, ενώ η υποβοήθηση του τιμονιού προστέθηκε στον βασικό εξοπλισμό και βελτιώθηκε η ηχομόνωση.

Έναν χρόνο αργότερα, τον Ιούλιο του 1992, ο κλιματισμός έγινε επίσης στάνταρ, μαζί με τη μαύρη επένδυση στο εσωτερικό και το ρεζερβουάρ των 66 λίτρων. Η αυστηροποίηση των προδιαγραφών εκπομπών και η γενικευμένη χρήση καταλυτικών μετατροπέων σηματοδότησαν το τέλος της πορείας του BX GTi. Τον Ιούλιο του 1993 η έκδοση σταμάτησε να παράγεται.









